Support

ανέστιος

ανέστιος -α -ο [anéstios] Ε6 : (λόγ.) που δεν έχει πατρίδα, σπίτι ή μόνιμη διαμονή. (έκφρ.) ~ και πένης, πάρα πολύ φτωχός, δυστυχής.

[λόγ. < αρχ. ἀνέστιος].

© 2006 - 2008 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας,

Δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

...Kατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης. (Κ.Π. Καβάφης, "Ας φρόντιζαν") ...

 

ανέστιος - Βικιλεξικό

https://el.wiktionary.org/wiki/ανέστιος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]. Nuvola apps bookcase.png

Ετυμολογία [επεξεργασία]. ανέστιος < αρχαία ελληνική ἀνέστιος

< ἀν- στερητικό + ἑστία ·

Επίθετο[επεξεργασία]. ανέστιος, -α, -ο. που είναι χωρίς σπίτι (εστία), ο άστεγος.

Γιατί μαζεύουμε βιβλία
και χρηστικά αντικείμενα.

 

Στηρίζουμε δύο θέσεις εργασίας για αστέγους

 

Προσφέρουμε για τους αστέγους
και μαζεύουμε: βιβλία, περιοδικά, αφίσες, φωτογραφίες, υπολογιστές, χρηστικά αντικείμενα, ρουχισμό, τρόφιμα.

 

Μπορείτε να φέρετε εφημερίδες περιοδικά
και χαρτί για την ανακύκλωση.

 

Όλα αυτά τα μαζεύουμε για την στήριξη
των αστέγων που θα εργαστούν
στο παλαιοβιβλιοπωλείο.

 

Μη διστάσετε να μας ρωτήσετε.

Επικοινωνήστε μαζί μας.

 

E-mail: librarykl@yahoo.gr

Μαζί στηρίζουμε, προσφέρουμε για τους αστέγους